Λαπαροσκοπική Ριζική Νεφροουρητηρεκτομή 

 

Καρκίνος Ανώτερης Αποχετευτικής οδού

Ο καρκίνος του ανώτερου ουροποιητικού (πυελοκαλυκικό σύστημα και ουρητήρας) αποτελεί το 5-10% των ουροθηλιακών όγκων ενώ κατά την αρχική διάγνωση σε ποσοστό 60% είναι διηθητικός. Εμφανίζεται συνήθως στην 7η με 8η δεκαετία της ζωής και πιο συχνά στους άνδρες. Οι όγκοι του πυελοκαλυκικού συστήματος είναι δύο φορές πιο συχνοί σε σχέση με όγκους του ουρητήρα ενώ καρκίνος κύστεως συνυπάρχει στο 17%. Παράγοντες κινδύνου εμφάνισής τη νόσου είναι το κάπνισμα (2.5-7 φορές μεγαλύτερος κίνδυνος), η έκθεση σε χημικές ουσίες (βιομηχανικά ελαστικά, βαφές), η χημειοθεραπεία με φάρμακα όπως η κυκλοφωσφαμίδη καθώς και η ακτινοβολία στην περιοχή της πυέλου. Το πιο συχνό σύμπτωμα είναι η αιματουρία, ο οσφυϊκός πόνος, η ψηλαφητή κοιλιακή μάζα ενώ σε προχωρημένα στάδια μπορεί να εμφανιστεί αδυναμία και απώλεια βάρους. Για τη διάγνωση της νόσου χρησιμοποιείται η γενική εξέταση ούρων, η κυτταρολογική εξέταση ούρων και η αξονική τομογραφία-πυελογραφία ενώ η κυστεοσκόπηση χρησιμοποιείται για να αποκλειστεί τυχόν συνύπαρξη όγκου στην κύστη.

            Η θεραπεία εκλογής είναι η ριζική νεφροουρητηρεκτομή, δηλαδή η αφαίρεση του νεφρού, του ουρητήρα και ενός τμήματος της ουροδόχου κύστης (κολάρου) που περιέχει το τελικό άκρο του ουρητήρα. Η επέμβαση μπορεί να γίνει ανοικτά, λαπαροσκοπικά ή ρομποτικά-με λαπαροσκοπική υποβοήθηση. Σε ασθενείς με πολύ μικρούς όγκους, σε μονήρεις όγκους με καλή διαφοροποίηση μπορεί να εφαρμοστεί ή ενδοσκοπική αντιμετώπιση με εκτομή μόνο του όγκου με laser ώστε να επιτευχθεί η ταυτόχρονη διατήρηση του νεφρού και του ουρητήρα. Σε αυτή την περίπτωση είναι απαραίτητη η στενή μετεγχειρητική παρακολούθηση του ασθενούς για έγκαιρη ανίχνευση πιθανής υποτροπής. Σε ασθενείς με μεταστάσεις εφαρμόζεται χημειοθεραπεία/ανοσοθεραπεία.